ἐρρήθην

ἐρῶ
verbum
aor ind pass 3rd pl (epic doric aeolic)
ἐρῶ
verbum
aor ind pass 1st sg
ῥέομαι
flow
aor ind mp 3rd pl (epic doric aeolic)
ῥέομαι
flow
aor ind mp 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • είρω — (I) εἴρω (Α) 1. συναρμολογώ, συναρμόζω 2. παρεμβάλλω, εμπλέκω 3. (για λόγο) συνδέω 4. φρ. «εἰρομένη λέξις» χαλαρό ύφος τού λόγου. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για ενεστώτα (με επίθημα * ye / yo ) που σχηματίζεται από την απαθή βαθμίδα της ΙΕ ρίζας *ser… …   Dictionary of Greek

  • καταρρηθέντες — καταρρηθέντες, οι (Α) οι κατάδικοι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ῥηθείς (μτχ. τού παθ. αόρ. ἐρρήθην τοὺ ρ. εἴρω [II] «λέγω, ομιλώ»)] …   Dictionary of Greek

  • u̯er-6 (*su̯er-) —     u̯er 6 (*su̯er )     English meaning: to talk, speak     Deutsche Übersetzung: “feierlich sagen, sprechen”     Note: also u̯ere , u̯rē     Material: Av. urvüta n. “ determination, command “ (= ῥητόν), next to which from the light basis… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.